!-- Open Graph / Facebook -->

ΡΑΨΩΔΙΑ Υ

Ο Οδυσσέας ξόδεψε όλη τη νύχτα οργανώνοντας το σχέδιό του στην εντέλεια, ώστε να πάρει σάρκα και οστά το όνειρο της Πηνελόπης, και να τιμωρήσει τους μνηστήρες της.

Το επόμενο πρωί, οι μνηστήρες κατέκλυσαν πάλι τους χώρους του παλατιού και άρχισαν το φαγοπότι τους καταστρώνοντας σχέδια να δολοφονήσουν τον Τηλέμαχο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ένας αϊτός πετώντας στον ορίζοντα που κρατούσε ένα λευκό περιστέρι στα κοφτερά του νύχια. Τότε ένας από τους μνηστήρες ο Αμφίνομος τρόμαξε ερμηνεύοντάς το σαν κακό οιωνό που μπορεί να σήμαινε ότι δεν θα μπορούσαν να σκοτώσουν τον Τηλέμαχο.

Εκείνη τη στιγμή, ο Τηλέμαχος με τον γέρο ζητιάνο εμφανίστηκαν στην αίθουσα και κάθισαν στο τραπέζι. Ο Τηλέμαχος προειδοποίησε τους μνηστήρες ότι οι πράξεις τους θα είχαν σοβαρό αντίκτυπο και σύντομα θα τιμωρούνταν σκληρά, αν δεν σέβονταν το φιλοξενούμενό του. Τα λόγια αυτά προβλημάτισαν τους μνηστήρες. Ένας απ'αυτούς ο Αγέλαος, ζήτησε ευγενικά από τον Τηλέμαχο να προτρέψει την Πηνελόπη να αποφασίσει να παντρευτεί κάποιον απ'αυτούς. Ο μνηστήρας Κτήσιππος έριξε ένα χοντρό κόκαλο πάνο στον ζητιάνο, χωρίς όμως να τον χτυπήσει. Ο Αντίνος πήρε τελευταίος το λόγο, προσπαθώντας να παινέψει τον Τηλέμαχο.

Ο Τηλέμαχος υποστήριξε ότι δεν ήταν ο ρόλος του να επηρεάσει τη μητέρα του για προσωπικά της ζητήματα όπως ο γάμος της, ενώ την ίδια στιγμή η ίδια η Πηνελόπη παρακολουθούσε αθέατη τα τεκταινόμενα στην μεγάλη αίθουσα.