ΡΑΨΩΔΙΑ Κ (Ο Ασκός του Αιόλου)

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έφτασαν στον επόμενο σταθμό τους μετά το νησί των Κυκλώπων, κι αυτό ήταν το νησί Αιολία που είχε βασιλιά τον θρυλικό Αίολο. Ο Αίολος είχε την εύνοια των θεών, τέτοια ώστε ο Δίας να του έχει εμπιστευτεί τη φύλαξη των ανέμων. Στο παλάτι του ζούσαν εκτός από τον ίδιο και τα δώδεκα παιδιά του με τις οικογένειες. Εκεί διασκέδαζαν καθημερινά μέσα στη χλιδή και τον πλούτο, τρώγοντας και πίνοντας.

Ο Αίολος υποδέχτηκε με τιμές τον Οδυσσέα και του άνοιξε φιλόξενα τις πόρτες του παλατιού. Ο Οδυσσέας τότε, του διηγήθηκε τις περιπέτειές του, τον πόλεμο της Τροίας και το επίπονο ταξίδι της επιστροφής. Τον παρακάλεσε να τον σε αυτό του το ταξίδι, κάτι που ο Αίολος δέχτηκε με χαρά. Τον προμήθευσε με τρόφιμα και άλλα εφόδια και του έκανε ένα ιδιαίτερο δώρο.

Του δάνεισε λοιπόν ένα ασκί, μέσα στο οποίο είχε κλείσει όλους τους ανέμους. Ο μόνος όρο που του έθεσε ήταν ότι δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να μαρτυρήσει το περιεχόμενο του ασκού στους υπόλοιπους συντρόφους του. Έτσι το πλοίο του Οδυσσέα σάλπαρε για την Ιθάκη με ευνοϊκό άνεμ. Ο Οδυσσέας είχε δώσει εντολή να μην πλησιάσει κανείς τον ασκό του Αιόλου.

Όμως οι σύντροφοι του Οδυσσέα εξέλαβαν αυτήν την απαγόρευση ως σημάδι ότι ο ασκός θα πρέπει να περιείχε έναν θησαυρό που ο Οδυσσέας ήθελε όλον για τον εαυτό του. Καθώς πλησίαζαν στην Ιθάκη, αποφάσισαν όλο περιέργεια να ανοίξουν τον ασκό κρυφά από τον Οδυσσέα. Τότε ξεχύθηκαν με ορμή όλοι οι άνεμοι που στροβιλίζονταν και συγκρούονταν από όλες τις κατευθύνσεις σε ουρανό και θάλασσα, προκαλώντας τεράστια φουρτούνα. Το καράβι απομακρύνθηκε από την Ιθάκη, παλεύοντας με τα κύματα σαν καρυδότσουφλο με τους ανέμους να το σπρώχνουν μακριά μέχρι που έφτασε στο νησί των Λαιστρυγόνων.

Οι Λαιστρυγόνες έμοιαζαν με τους Κύκλωπες καθώς ήταν κι εκείνοι άγριοι γίγαντες. Όταν βρήκαν τους Ιθακήσιους να μαζεύουν προμήθειες στην ενδοχώρα, αρχισαν να τους κυνηγούν, αιχμαλωτίζοντας μάλιστα μερικούς προτού εκείνοι προλάβουν να επιστρέψουν στο πλοίο τους. Ο Οδυσσέας έκοψε με το σπαθί του το καραβόσχοινο για να λύσει το καράβι από το λιμάνι, γλυτώνοντας έτσι τις ζωές των υπολοίπων ανδρών του.